The Ocean of (Digital) Sound


Με την εξέλιξη της ψηφιακής τεχνολογίας, «μουσικές» πλέον ακούγονται παντού και από παντού, ή εν πάσει περιπτώσει, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το αυτί μας αντιλαμβάνεται πλέον ως “μουσική” μία πληθώρα «ήχων». Πολλοί έχουν τεκμηριώσει αυτή την παρατήρηση «επιστημονικά»: διαβάζω σε μία πρόσφατη κοινωνιολογική μελέτη ότι «από τη δεκαετία του 1980, ένα πολυάριθμο ρεπερτόριο μουσικών ειδών και υβριδίων καταναλώνεται διαρκώς και ποικιλότροπα από ένα εξίσου ετερογενές και ευμετάβλητο κοινό ακροατών, προερχόμενο δυνητικά απ΄όλους σχεδόν τους κοινωνικούς και γεω-πολιτισμικούς χώρους του πλανήτη». Αυτό, με απλά λόγια, δεν υποδηλώνει αποκλειστικά και μόνο ότι η μουσική έχει αποδομήσει τα (μέχρι πρότινος πιο) συμβατικά όρια της (τι εννοούμε με τους όρους «μουσικό κομμάτι», «μουσικό είδος», σε τελική ανάλυση, με τον όρο «μουσική» αυτόν καθ’ εαυτόν) αλλά και ότι είναι πια εξίσου δύσκολο να προσδιορίσουμε με σαφήνεια σημαντικές παραμέτρους του όρου «αποδέκτης/ακροατής» (Ποιός ακούει; Τί; Πότε; Πώς; Γιατί;). Στην προσπάθεια του να ερμηνεύσει το παραπάνω φαινόμενο, ο David Toop επεσήμανε πριν λίγα χρόνια, ότι η ψηφιακή αισθητική, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τα ήδη παγιωμένα trends των clubs και των remix αλλά και μέσω της (ολοένα αναπτυσσόμενης) «κουλτούρας» των φορητών υπολογιστών και των downloadable plug-ins, θέτει τη μουσική σε κυκλοφορία περισσότερο από ποτέ... Μουσική (και ακροατές) σε world-wide κίνηση... Μουσική (και ακροάτες) χωρίς στατικά όρια... Μουσική (και ακροατές) σε μία κατάσταση διαρκούς μετασχηματισμού και επαναπροσδιορισμού.... Με βάση τα παραπάνω, εάν σήμερα καλούμασταν να δώσουμε απάντηση σε ερωτήματα που συνδέονται με τη μουσική «δημιουργία», «επιτέλεση/performance» και «εμπειρία», τότε θα έπρεπε να ξεκινήσουμε εγκαταλείποντας εξ’ολοκλήρου αυτές τις (μάλλον περιχαρακωμένες) έννοιες, έτσι ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να εστιάσουμε την προσοχή μας σε κάτι σαφώς ευρύτερο, αυτό που κάποιοι αποκαλούν «Τέχνη του Ήχου» (Sound Art).

Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα ο Luigi Russolo προετοίμαζε το έδαφος για τη νέα τάξη πραγμάτων στο σύγχρονο μουσικό στερέωμα, τονίζοντας τη δυναμική (αλλά και τις δυνατότητες) που περικλείει το «χάος των θορύβων της ζωής» (L’ Arte dei Rumori). Μία τέτοια παραδοχή κλονίζει δίχως άλλο, τα όρια μεταξύ των όρων «μουσική», «ήχος» και «θόρυβος». Με τις νέες τεχνολογίες εν πλήρει εξελίξει, προχωράμε πλέον, πολύ πιο πέρα από την έννοια του αμετάβλητου ηχογραφήματος και της επιτελεστικής παραγωγής της μουσικής (cds, συναυλίες κλπ). Σήμερα, ένας μουσικός μπορεί να εξερευνήσει ένα φάσμα πρωτόγνωρων δυνατοτήτων αναφορικά με την ευρύτητα των «φυσικών» και «προκατασκευασμένων» ήχων αλλά και τη σύνθεση ως κολάζ ετερόκλιτων μουσικών στυλ και ηχητικών «θραυσμάτων». Παράλληλα, το πεδίο εφαρμογών διερύνεται, η σύγχρονη πολιτική οικονομία του ήχου περιλαμβάνει (ή απαιτεί;) δράσεις όπως ο ηχητικός σχεδιασμός διαδραστικών Μέσων και Τεχνών, οι «βιβλιοθήκες ήχου», η παραγωγή λογισμικού, οι online συναυλίες, offline και online διάδραση μουσικών και κοινού (MySpace), η ακρόαση ή η συλλογή τραγουδιών σε ψηφιακή μορφή (YouTube, Gnutella, Kazaa, φτάνοντας ακόμα και στα ringtones των κινητών τηλεφώνων). Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι η μουσική δεν προσδιορίζεται πλέον αποκλειστικά από τις συνθήκες παραγωγής της αλλά και από τις πολυσχιδείς πρακτικές κατανάλωσης της (πχ αύξηση των micro-media (μουσικά περιοδικά/fanzines, κάρτες προβολής/flyers, ραδιοσταθμοί), πρωτότυπες χρήσεις χώρων μουσικής επιτέλεσης (clubs, υπαίθριοι και δημόσιοι χώροι),ανάδειξη του micro-studios ως εργαστηρίων μουσικού πειραματισμού καθώς και της αξίας/ρόλου των λεγόμενων hyphenated musicians, λειτουργία συνδρομητικών δικτύων απόκτησης ψηφιακής μουσικής με βάση το «κομμάτι», έμφαση στην πρακτική του djing & mixing κλπ).

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, μπορώ να αντιληφθώ, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, το επιχείρημα ότι οι νέες αυτές πρακτικές καθιστούν την τέχνη (τεχνολογία?) του ήχου ένα πεδίο συμμετοχικής και συλλογικής εργασίας, ένα ανοιχτό και προσβάσιμο χώρο μουσικής δράσης (τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και κατανάλωσης), ένα δίκτυο συνεχούς, 24/7 ροής ηχητικών/μουσικών πληροφοριών και ερεθισμάτων. Κατά κάποιο τρόπο, παρόμοιους σκοπούς προσπαθεί, δίχως άλλο να εξυπηρετήσει και η παρούσα δικτυακή πύλη. Παρόλο που δεν επιθυμώ να μειώσω ή να υποτιμήσω όλα τα θετικά που προκύπτουν από τέτοιου είδους εγχειρήματα, νομίζω, ωστόσο ότι μία απορία, ένας βασικός προβληματισμός, ένα κεντρικό ερώτημα παραμένει σε εκκρεμότητα. Κοιτάζοντας όλα όσα συμβαίνουν από την σκοπιά ενός απλού ακροατή αναρωτιέμαι: Πώς άραγε αυτός ο συνεχής βομβαρδισμός ήχων/μουσικών, αυτή η διαρκής (αν όχι ανεξέλεγκτη) κινητικότητα επιτρέπει τελικά σε κάποιον να αφιερώσει χρόνο στην ακρόαση; Πώς με άλλα λόγια, βρίσκει κάποιος το χρόνο (ή εν τέλει, νιώθει τη διάθεση, την ανάγκη ) να ακούσει πραγματικά; Σε ένα από τα τελευταία μου διαβάσματα αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, συγκράτησα την παρατήρηση ότι η παροχή μουσικών «πληροφοριών» σε αφθονία μπορεί να αποτελέσει τον «παράδεισο» του μουσικού «ερευνητή» ή του απλού «μουσικόφιλου». Πολύ εύκολα όμως αυτός ο «παράδεισος» μπορεί να μετατραπεί σε «άβυσσο», ένα χαοτικό περιβάλλον χωρίς αρχή, μέση και τέλος, ένα περιβάλλον όπου η ασχολία με τη μουσική παίρνει τη μορφή ενός ατέρμονου browsing/surfing και όχι (ουσιαστικής) επαφής με ένα κομμάτι. Η (ουσιαστική) ακρόαση (συχνά ή πάντα?) απαιτεί μεταξύ άλλων, συγκέντρωση και σεβασμό προς στο εκάστοτε έργο, retrospective αξιολόγηση, ενδεχομένως και πολλά, επαναλαμβανόμενα ακούσματα. Με άλλα λόγια, ουσιαστική ακρόαση δεν είναι δυνατόν να υπάρξει όταν κομμάτι και ακροατής είναι διαρκώς σε κίνηση, σε συνεχή επαναπροσδιορισμό και ως εκ τούτου, διαρκή διαθεσιμότητα. Eξίσου (αν όχι πιο αναγκαία) είναι η δυνατότητα «παύσης», η δυνατότητα «στάσης», αυτό που αγγλικά αποδίδεται ως “dwelling” (σε αντίθεση προς το λεγόμενο “surfing”). Η δυνατότητα πρόσβασης στον ωκεανό του (σύγχρονου, ψηφιακού) ήχου ίσως τελικά να είχε ένα πολύ βαρύ τίμημα: την (αναγκαστική;) επιλογή του «επιφανειακού» ακούσματος και όχι του listening-in-depth, με το «εις βάθος» με απλά λόγια να υποδηλώνει την δυνατότητα (αν όχι ικανότητα) δέσμευσης με τη μουσική...

 


 

[i] «The great opening up of music to all sounds”: Αναφέρεται από το συνθέτη Joel Chadabe στο βιβλίο του Electric Sound: The Past and Promise of Electronic Music (Prentice Hall Publications, 1997).

[ii]  Μπουμπάρης, Ν. «Η μουσική βιομηχανία σε μετάβαση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπουμπάρης, Ν. & Δ. Παπαγεωργίου (επιμ.) Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά. Εκδόσεις Κριτική, 2004, (βλ. σελ. 228).

[iii] David Toop, “Humans, Are they really necessary? Sound Art, Automata and Musical Sculpture”, Under-currents: The Hidden Wiring of Modern Music, Wire Magazine, Continuum Publications, 2002.

[iv]  Μπουμπάρης, Ν. «Η μουσική βιομηχανία σε μετάβαση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπουμπάρης, Ν. & Δ. Παπαγεωργίου (επιμ.) Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά. Εκδόσεις Κριτική, 2004, (βλ. σελ. 238-9).

[v]  David Toop, “Humans, Are they really necessary? Sound Art, Automata and Musical Sculpture”, Under-currents: The Hidden Wiring of Modern Music, Wire Magazine, Continuum Publications, 2002, (βλ. σελ. 129).

[vi] http://en.wikipedia.org/wiki/Luigi_Russolo, http://en.wikipedia.org/wiki/The_Art_of_Noises.

[vii]  Μπουμπάρης, Ν. «Η μουσική βιομηχανία σε μετάβαση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπουμπάρης, Ν. & Δ. Παπαγεωργίου (επιμ.) Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά. Εκδόσεις Κριτική, 2004, (βλ. σελ. 236-7).

[viii] Μπουμπάρης, Ν. «Η μουσική βιομηχανία σε μετάβαση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπουμπάρης, Ν. & Δ. Παπαγεωργίου (επιμ.) Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά. Εκδόσεις Κριτική, 2004, (βλ. σελ. 238, 240).

[ix] Μπουμπάρης, Ν. «Η μουσική βιομηχανία σε μετάβαση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπουμπάρης, Ν. & Δ. Παπαγεωργίου (επιμ.) Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά. Εκδόσεις Κριτική, 2004, (βλ. σελ. 238, 231).

[x] Ο «ενωτικός μουσικός» («συνθέτης-τραγουδιστής-τραγουδοποιός-παραγωγός-τεχνικός-εκτελεστής-σχεδιαστής-καταναλωτής του ήχου» σε ένα πρόσωπο) (βλ. P. Theberge, Any sound you can imagine. Making Music/Consuming Technology. Wesleyan University Press, 1997).

[xi] Μπουμπάρης, Ν. «Η μουσική βιομηχανία σε μετάβαση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπουμπάρης, Ν. & Δ. Παπαγεωργίου (επιμ.) Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά. Εκδόσεις Κριτική, 2004 (βλ. σελ. 244).

[xii] Μπουμπάρης, Ν. «Η μουσική βιομηχανία σε μετάβαση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπουμπάρης, Ν. & Δ. Παπαγεωργίου (επιμ.) Πολιτιστικές Βιομηχανίες. Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά. Εκδόσεις Κριτική, 2004 (βλ. σελ. 242).

[xiii]  Βασίλης Τζαβάρας, “www.myspace.com: «Παράδεισος» ή άβυσσος? Μέρος α’ & β’», http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=767,http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=863).

 

Δέσποινα Καταπότη
Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου


 

 
E-mail
Αποστολή Κορυφή Σελίδας
Speak Loud
article image
About Amy
Ορισμένες αλήθειες για την Amy...
article image
2010 + 1 εικόνες…
Οι δυνατές και μη κινηματογραφικές εντυπώσεις της χρονιάς που έφυγε...
article image
Τέχνη, αμπαλάζ και λοιπά θέματα γλώσσας
Όταν μία συναυλία σου δίνει την αφορμή να ξανασκεφτείς κάποια πράγματα που είτε σου λείπουν, είτε βρίσκονται μπροστά σου και σε ενοχλούν...
article image
Λάθος τόνος, σωστό συναίσθημα...
Από την Ella Fitzgerald μέχρι τον τελευταίο "κοινό θνητό" τραγουδιστή, όλοι έχουν τραγουδήσει σε λάθος τόνο. Μήπως όμως δεν είναι και τόσο κακό;
article image
Ο δικός μου John Lennon, 29 χρόνια μετά…
Ηταν πρίν 29 χρόνια όταν ένας 11χρονος τότε πιτσιρικάς μάθαινε (συγκλονισμένος) από την TV την τραγική είδηση του θανάτου του John Lennon
Διαφήμιση

MusicNonStop