Nicky Skopelitis


NickyΜε ελληνικές ρίζες, κιθαρίστας, με αμέτρητες συνεργασίες... Λέγε με Nicky Skopelitis, δηλαδή μία από τις βάσεις της περίφημης downtown σκηνής της Νέας Υόρκης, ένας ακούραστος δημιουργός που εάν αραδιάσεις με ποιους έχει συνεργαστεί... μουδιάζεις. Golden Palominos, John Zorn, Fred Frith, Anton Fier, Arto Lindsay, Ornette Coleman, Public Image Limited, Herbie Hancock, Sly & Robbie, Ginger Baker, Pharoah Sanders, Michael Stipe (R.E.M.), Jack Bruce (Cream), Steve Vai, Bootsy Collins, Wayne Sorter και κάπου εδώ λέμε… αρκετά, γιατί εάν προσθέσουμε και την συνύπαρξή του με τον Bill Laswell στους Material (και όχι μόνο...) ε, δεν αντέχεται… Λίγο πριν έρθει στην Ελλάδα για την συναυλία με τον διάσημο Τούρκο δεξιοτέχνη κρουστών Okay Temiz και τον δικό μας Φλώρο Φλωρίδη στα πνευστά (26 & 27 Μαρτίου στο Rodeo), βρήκε το χρόνο και το κέφι να μας κατατοπίσει εεε, σε όλα να πούμε;  

Συνέντευξη: Πέτρος Αντωνάκης  

Από τους Material στον James Blood Ulmer και από τον Pharoah Sanders στον Ginger Baker… Μήπως αισθάνθηκες ποτέ πως έκανες πάρα πολλές και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους συνεργασίες;
Πάρα πολλές; Όχι καθόλου και αισθάνομαι προνομιούχος που είχα την ευκαιρία να δουλέψω για το “Material” κεφάλαιο, για το οποίο στήθηκαν πολλές ποικίλες ή ακόμα και απρόσμενες συνεργασίες. Το γεγονός πως τα περισσότερα projects είχαν τη φύση της συνεργασίας μέσα τους, ήταν η καλύτερη ανταμοιβή που μπορούσες να έχεις... Δεν ήταν ποτέ ασυνήθιστες κατά την άποψή μου. Για παράδειγμα οι άνθρωποι που αναφέρεις όπως οι Blood, Pharaoh και o Ginger, θα μπορούσαν εύκολα να κάνουν μία ενδιαφέρουσα ηχογράφηση… και εγώ ξέρω πως σίγουρα θα την αγόραζα. Έχουν όλοι τους κάτι κοινό. Είναι εξαιρετικοί μουσικοί. Ίσως η ερώτησή σου έπρεπε να είναι εάν αισθάνομαι άξιος ή ικανός για να είχα εμπλακεί με αυτά τα projects και με αυτούς τους ανθρώπους...

Πόσο διαφορετικός είναι ο Skopelitis ως μουσικός όταν δουλεύει με έναν jazzman όπως ο Herbie Hancock και όταν βρίσκεται σ’ ένα world/dub/experimental session; 
Καθόλου διαφορετικός. Ένα session σ’ ένα στούντιο είναι ένας χώρος δουλειάς. Η νοοτροπία μου ήταν πάντα πώς εάν είχα την καλή τύχη να προσληφθώ για ένα session, θα έπρεπε να προσπαθήσω και να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις εκείνου που με προσέλαβε. Δεν πληρώνεσαι και δεν σε προσλαμβάνουν εάν δεν συμβάλεις στην παραγωγή. Η προσέγγισή μου ήταν πως πάντα πρέπει να προσφέρεις κάτι, οτιδήποτε στο στήσιμο της παραγωγή με το να παραμένεις ανοιχτός σε οποιαδήποτε οδηγία ή αναφορά. Στο στούντιο, πρέπει πάντα να κατανοείς πως το project  δεν αφορά εσένα και δεν χωράνε εδώ εγωισμοί. Είναι μία απλή εργασιακή συμπεριφορά που μπορεί να βοηθήσει το άτομο που βρίσκεται σε μία υπεύθυνη θέση να φέρει εις πέρας ένα project.
Επίσης όσο αφορά τις διαφορές ανάμεσα στα ήδη, ειλικρινά δεν μπορώ να τις ξεχωρίσω. Κάτι που ονομάζεται jazz, πειραματικό, world ή dub, είναι αρχαίοι τίτλοι που προσφέρουν μόνο «προσμονή» σ’ έναν πιθανό καταναλωτή. Ίσως να ήταν χρήσιμο την «παλιά» εποχή των δισκάδικων, αλλά πράγματικά δεν προσφέρει τίποτα και συχνά παραπληροφορεί και κατατάσει τα πράγματα σύμφωνα με προκατειλημμένες ιδέες. Για παράδειγμα είμαι πεπεισμένος πως ένας μουσικός όπως ο Herbie Hancock μπορεί να παίξει με οποιονδήποτε μουσικό στον κόσμο, ανεξάρτητα από φόρμα και να δημιουργήσει κάτι νέο. Και δεν θα ήταν σωστό να υποθέσουμε πως αυτό θα ήταν “jazz”, επειδή αυτόματα χαρακτηρίζεις τον Herbie ως ένα “Jazz” μουσικό. Σε ένα μουσικό του επιπέδου του, το να ορίζεις το στύλ του, είναι πραγματικά άσχετο...  



Και όταν έχεις να δουλέψεις με δύο αμιγώς κιθαρίστες, όπως ο μύθος Sonny Sharrock ή ο σημαντικός Raoul Bjorkenheim;
Τα δύο αυτά συγκεκριμένα project ήταν πολύ διαφορετικά από προσωπικής άποψης. Ο Sonny ήταν ένας μουσικός και κυρίως ένας κιθαρίστας που άνοιξε την σκέψη μου απέναντι στο όργανο. Νομίζω πως ο Sonny, ο Fred Frith και ο Derek Baile με ενέπνευσαν να σκεφτώ για την κιθάρα πέρα από κάθε «λεξικό» ή κλισέ, όταν τους είδα να παίζουν εκεί στα τέλη των ‘70s, αρχές των ‘80s. O Sonny ήταν ένα ίνδαλμα για μένα. Επίσης ήταν ένα πρόσωπο που συμπαθούσες πολύ εύκολα σε ανθρώπινο επίπεδο. Ήταν και για μένα παραμένει ένας «guitar hero». Ήταν ο πρώτος που είδα να προσπαθεί πετύχει την συναισθηματική και sonic ένταση που προηγουμένως είχε επιτευχθεί μόνο με τενόρο σαξόφωνο... Η ηχογράφηση με τον Sonny ήταν ίσως μία συνέχεια της σόλο ηχογράφησής του Guitar. Ήταν μία ευκαιρία να προσφέρω έναν καμβά για το παίξιμο που πειραματιζόταν εκείνη την εποχή...
Το project με τον Raoul ήταν σε ένα βαθμό παρόμοιο από την άποψη πως ήταν μία συνεργασία δύο ανθρώπων που τύχαινε να χρησιμοποιούν κιθάρες ως το μέσο έκφρασής τους, αλλά δεν ακολουθούσαν την συνηθισμένη φόρμουλα καμία τεχνικής, ή δεν προσπάθησαν ποτέ να επιδείξουν δεξιοτεχνικές ικανότητες μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουμε το project. Γνώριζα ελαφρώς τη δουλειά του Raoul από το συγκρότημά του, τους Krakatau και την ηχογράφηση που έκανε στο Paul Schutze Phantom City. Βρεθήκαμε και ηχογραφήσαμε μέσα σε δύο ημέρες, και χωρίς προετοιμασία…

Ηχογραφείς πολλά χρόνια με τον Bill Laswell. Πιστεύεις πως έχεις φτάσει στο σημείο να επικοινωνείς μαζί του χωρίς καν να μιλάτε;
Δεν έχω πάρει μέρος σε κάποιο project του εδώ και κάποια χρόνια τώρα. Δεν μπορώ να μιλήσω με άνεση για την δική του αντίληψη των πραγμάτων. Μπορώ μόνο να υποθέσω πως μετά από χρόνια ηχογραφήσεων θα ήταν ασφαλές να πω πως μπορεί να προβλέψει οτιδήποτε μπορεί να παίξει. Το ρεπερτόριό μου είναι αρκετά περιορισμένο και απλό (....). Νομίζω πως έχει ακούσει όλα όσα μπορώ να κάνω... Και νομίζω πως μπορώ να αναγνωρίσω το παίξιμό του. Παραμένει ο αγαπημένος μου μπασίστας... Εάν με ρωτήσεις για μπασίστες θα σου έλεγα άμεσα τους Charlie Haden, Jimmy Garrison, Chuck Rainey, James Jamerson, Michael Henderson, Robbie Shakespeare και Jah Wobble. Αλλά πάνω απ’ όλους θα σου έλεγα τον Laswell αφού το παίξιμό του περιέχει όλα τα στοιχεία που απολαμβάνω απ’ όλους αυτούς τους μουσικούς, αλλά επίσης περιέχει την αυθεντικότητα και την ένταση ενός εξελιγμένου μοντέρνου αυτοσχεδιαστή...  



Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει στην περίφημη underground σκηνή της Νέας Υόρκης;
Ειλικρινά δεν ξέρω. Φαίνεται πως πλέον υπάρχουν λιγότερα μέρη για ενδιαφέροντα πράγματα. Έκανα μία συναυλία την περασμένη χρονιά στη Νέα Υόρκη, στο The Stone, που ουσιαστικά ήταν μία αναγέννηση των Toy Killers, επικεντρωμένο στο δίδυμο των M.E Miller και C.K. Noyes. Πέρα από αυτό το μέρος, τα άλλα μοιάζουν αρκετά καθαρά, όμορφα και ακριβά, σε αντίθεση με ότι υπήρχε παλιότερα. Υπάρχουν περισσότερα μέρη στο Βόρειο Μπρούκλιν. Μοιάζει να υπάρχουν λιγότερες ευκαιρίς για να ακουστεί ότι θέλει να αποκαλέσει ο κόσμος “underground” ή μουσική “αυτοσχεδιασμού”.  

Θα μπορούσες να φανταστείς ποτέ τον εαυτό σου να είναι μέλος μίας μπάντας και να ακολουθεί το ίδιο μοτίβο; Άλμπουμ, περιοδείες, συνεντεύξεις κλπ;
Όχι, όχι… για πόσα χρήματα μιλάμε ακριβώς; Ειλικρινά, αυτή είναι μία φόρμουλα που την καθιέρωσαν οι δισκογραφικές. Ξεκινάς ένα γκρουπ, κάνεις ένα άλμπουμ, περιοδεύεις για να το προωθήσεις, και κάνεις συνεντεύξεις όπου προσπαθείς να πεις τα σωστά πράγματα που θα σε βοηθήσουν να πουλήσεις δίσκους. Αυτό που συνήθως συμβαίνει όμως είναι να γίνεσαι μέλος μίας μπάντας και να καταλήγεις να μισείς ο ένας τον άλλον. Προσλαμβάνεις ένας παραγωγό που σε τυραννάει. Ο A&R τύπος σου φεύγει για άλλη εταιρεία στη μέση της ηχογράφησης και η εταιρεία σου λέει πόσα χρήματα κόστισαν όλα αυτά και συνειδητοποιείς πως δεν θα δεις ποτέ ούτε σεντς. Όλο αυτό δεν έχει καμία σχέση με αυτό που θεωρώ εγώ «good time»...  



Ποιο είναι το πιο περίεργο μέρος όπου είδες να ξετυλίγεται μπροστά σου ένα μουσικό ταλέντο;
Μπορείς να σκεφτείς ένα μέρος στον κόσμο, όπου η μουσική δεν υπάρχει; Είναι ένα από αυτά τα πράγματα που μας ενώνει ως άτομα και μας διαφοροποιεί ως ανθρώπους. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει και μουσική… Θα σου πω μία προσωπική ιστορία… Τις πρώτες μέρες των Axiom ταξιδέψαμε στο Μαρόκο. Είχαμε ένα βουνό από εξοπλισμό, όπως γεννήτριες, μικρόφωνα, καλώδια κλπ. και εγώ κρατούσα κοντά στα 30.000 δολάρα σε traveler’s checks. Στα σύνορα υπήρχε λίγη ένταση. Ένας υπεύθυνος θα με ρωτήσει “τι δουλειά κάνω”. Του απαντώ “μουσικός”. Θα γελάσει και θα μου πει “ ναι, και εγώ είμαι, όλοι είναι, αλλά ποιο είναι το επάγγελμά σου; Τι κάνεις για να βγάζεις λεφτά; Όλοι όσοι δουλεύουν εδώ είναι μουσικοί”. ‘Επρεπε να του πω την αλήθεια, δηλαδή μπάρμαν. Όλοι, παντού έχουν, ξέρουν, παίζουν μουσική…

Πως ήταν η συνεργασία με τον Μπάμπη Παπαδόπουλο και τον Φλώρο Φλωρίδη; Φαντάστηκες ποτέ πως θα κατέληγε τόσο πειραματική;
Well,….anything can happen…. (σημ. Η ατάκα είναι και ο τίτλος του άλμπουμ των τριών...)... Και συνήθως συμβαίνει...  

Και τι μπορούμε να περιμένουμε από το Okay Temiz & Φλώρος Φλωρίδης live;
Κυρίως, να είμαστε στην ώρα μας! Δεν κάνω προβλέψεις. Υποθέτω πως θα υπάρξει μία σημαντική ποσότητα αυτοσχεδιασμού. Είναι πολύ έμπειροι και αυθόρμητοι μουσικοί και μου αρέσει να παίζω μαζί τους. O Okay πρέπει να αναγνωριστεί περισσότερο για την προσφορά του. Έμαθα γι’ αυτόν πρώτα από τις ηχογραφήσεις του με τον Don Cherry πριν από πολλά χρόνια. Διευρύνει την αντίληψη του τι σημαίνει «global thing» από την εποχή που εγώ ακόμα δεν είχα καν σκεφτεί να παίξω ένα όργανο... Είναι ένας πρωτοπόρος στον τομέα των κρουστών και σε ότι μπορείς να ονομάσεις «world music».
Ο Φλώρος είναι φίλος μου. Και αυτός επίσης θα πρέπει να επιβραβευτεί για τις προσπάθειες που κάνει μέσα και έξω από την Ελλάδα. Παραμένει ένας αισιόδοξος που προσπαθεί να δημιουργεί διάφορες συνεργασίες, πειραματικά ή «ασυνήθιστα» events και ηχογραφήσεις στην Ελλάδα. Μπορώ να φανταστώ τι έχει τραβήξει για να καταφέρει όλα όσα έχει κάνει... από φεστιβάλ, συναυλίες, ηχογραφήσεις, κλπ. με περιορισμένα μέσα. Πνευστά συγκροτήματα, ηλεκτρονική «free» μουσική... δεν μπορεί να είναι εύκολο. Πιστεύω πως είναι ένας από τους ανθρώπους που έχουν αλλάξει την αντίληψη που έχει ο κόσμος για την Ελλάδα, πως είναι δηλαδή μία περιοχή όπου υπάρχει ενδιαφέρον μόνο για την τοπική «ethnic» μουσική. Είναι σίγουρος πως οι «πιουριστές» της παραδοσιακής μουσικής έχουν τις αντιρρήσεις τους, αλλά εγώ το βρίσκω ενδιαφέρον. Είναι ένα υπέροχο άτομο και μουσικός.



Θα μπορούσες να μας κατατοπίσεις όσο αφορά τις ελληνικές σου ρίζες;
Μεγάλωσα στην Αστόρια στη Νέα Υόρκη. Είμαι σίγουρος πως έχεις μία ιδέα τι σημαίνει αυτό. Ο πατέρας μου έφυγε από τον Πειραιά το 1954 για να δουλέψει σε γέφυρες μαζί με τον αδελφό μου, τον γαμπρό του, τον ξάδελφό του και τον θείο του του. Έχω πάρει το όνομα του μεγαλύτερου του αδελφού που έπεσε και σκοτώθηκε ενώ δούλευε στις γέφυρες. Η μητέρα μου γεννήθηκε στην Νέα Υορκη, στην περιοχή του Μανχάταν, Hell’s Kitchen, πολύ γνωστή για την Ελληνική της κοινότητα. Όπως πολλοί της Ελληνικής Διασποράς, υπήρξαν υποστηρικτές της Ελληνικής κληρονομιάς και κουλτούρας. Η μητέρα μου μιλούσε και έγραφε τέλεια και στα νιάτα της δίδασκε παραδοσιακούς χορούς. Έχω μία φωτογραφία της σ’ ένα nightclub που παίζει ή προσποιείται πως παίζει ντουμπέκ. Ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι όταν ήταν νεαρός. Φυσικά έπρεπε να τραβήξει μία φωτογραφία μου όταν γεννήθηκα όπου είμαι ξαπλωμένος ανάμεσα σε δύο μπουζούκια. Έχω ακόμα θείους, θείους και ξαδέλφια στην Νέα Υόρκη. Την κόρη μου την λένε Callie, Kaliope, από την μητέρα μου. Αυτό είναι το κοντινότερο πράγμα που έχω στη Νέα Υόρκη και είναι Ελληνικό.

Πόσα χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία φορά που ήσουν στην Ελλάδα; Ίσως προσπαθήσεις να μείνεις παραπάνω εδώ;
Ήμουν στην Ελλάδα την περασμένη χρονιά. Θα έμενα παραπάνω εάν μπορούσα. Θα έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ... Έχεις συναυλία να προτείνεις;
 
E-mail
Αποστολή Κορυφή Σελίδας
Interviews
article image
Lostboy! A.K.A Jim Kerr
Έχω την ίδια εμμονή με τη μουσική τώρα όπως στα 18, 19 μου...
article image
The Slits
"Ήμουν ένα παιδί της επανάστασης..." (Ari Up)
article image
Film
Σε μία hi-tech, gadgetmania εποχή από ποια μέσα τους αρέσει να ακούνε μουσική;
article image
New Zero God
«Ο ηχολήπτης μας, μας θεωρεί εντελώς τρελούς…»

MusicNonStop